δεκαπλόος

δεκᾰ-πλόος, ον, [var] contr. [suff] δεκᾰ-πλοῦς, οῦν,
A = δεκαπλάσιος, D.24.83;

τὸ γνωσθὲν ἀποτίνεται δ. Arist. Ath.54.2

, cf. Hyp.Dem.Fr.7: also in fem.

ἀποτεισάτω δεκαπλόαν IG5(1).1421.13

(Cyparissia, iv/iii B.C.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεκαπλοῦν — δεκαπλόος masc/fem acc sg δεκαπλόος neut nom/voc/acc sg δεκαπλοῦς masc/fem acc sg δεκαπλοῦς neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαπλοῦς — δεκαπλόος masc/fem nom pl δεκαπλόος masc/fem nom/voc sg δεκαπλοῦς masc/fem nom pl δεκαπλοῦς masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαπλοῖς — δεκαπλόος masc/fem/neut dat pl δεκαπλοῦς masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαπλᾶ — δεκαπλόος neut nom/voc/acc pl δεκαπλοῦς neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.